ο σάλτος

Κοκκίνησε, θέριεψε, τραντάχτηκε όλη
στης κόψης το άναμμα, φαντάζει χλωμή
Λαχάνιασε, φόρτωσε, σκαρφάλωσε πόλη
Τί πάθος σκαρφίστηκε; Τί όψη, σκληρή;

«Μαζί με την τόλμη μου, πατέρα, θα ζήσω
Κι αν θέλεις σταμάτα με, σφιξ'το σκοινί
Τον κόμπο που έφτιαξες, ξανά, θα μαδήσω
κι ιδρώτα θα φτιάξω, με πίστη τυφλή.»

Παιδεύτηκε, εθίστηκε, ακόνισε τη λόγχη
κι αφού τοιχάκια πήδησε, ξαπόστασε στη Γη.
«Πες μου, δεντράκι, αν μπορώ, στην κορυφή σου να ανέβω,
γιατί εδώ κάτω η φωτιά, δεν έχει κάτι να μου πει.»


Το'να κλαδί του άρπαξε, το επόμενο αγκάλα,
το τρίτο το προσπέρασε, και βρέθηκε κορφή.
Κι αφού έναν σάλτο έδωσε και πήρε τον αιθέρα,
πέταξε η ψυχούλα της, και σώμα άλλαξε μορφή.

(Σ.Λ.)

This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply