το μύρτιλο





Αγάπη από μύρτιλο
Την έννοια, άραγε, θα βρεις... ;
στου στοχασμού αυτού, την όξινη, θέση... ;
Ο πόλος... κάθεται σε δίστηλο
Την άκρη του, δεν πρόκειται να βρεις
Μα το κέντρο, αυτοφυές, δε λέει να διαιρέσει ...

Σαν αίνιγμα θα σ'ακούγεται...
Μα θέλω ξάστερα να πω
πως η αγάπη αυτή, στις εύκαρπες και ψυχρές γωνιές κοπάζει.
Έτσι το μύρτιλο επάγεται...
Έτσι κρυμμένο, εδώδιμα, θα ζει
Πάντα μεμονωμένο, με ατόφιο φύλλωμα, που βράζει.

Κουρνιάζει στα ψηλά βουνά
κι όταν ομίχλη δίνεται,
εκείνη πάει και ντύνεται, παράξενες αποχρώσεις
Τότε πάλι ως άλλοτε, το ένστικτο παντού ξυπνά
Θαρρεί κανείς κι εκείνη, πως κάτι πάει και φθείρεται
Και αρχινά ξανά, όπως παλιά, να κτίζει αναπτερώσεις.

Το μύρτιλο, υπόξινο,
κάποια άλλη ζωή ξανά θα βρεις
και τον αδιαίρετο κορμό, ως πόλος, θ'αναστατώσεις
Εκείνο θα νιώσει κίνδυνο
και κάτι ουλές ίσως να δεις
Μα στην αυτούσια ψυχή, δεν τίθενται αλλοιώσεις.

Ακούγεται παράξενο,
γιατί το μύρτιλο δε ζει
αυτό που κάτω στη γη, αποκαλούν «αναστυλώσεις» .
Το βλέπει κανείς ξυλάρμενο
μα αν κοιτάξει σωστά θα δει
πως η πορφυρή του η καρδιά
υπόκειται ανυψώσεις.

(Σ.Λ.)
This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply