Αγαπημένη μου Δήμητρα…

Δεν ξέρω γιατί έφυγες, αλλά και πάλι, δεν ήσουν ποτέ όλη εδώ, κι αυτό το λάτρευα σ’ εσένα. Μου είχες στείλει ένα κείμενό σου τον Αύγουστο, την περίοδο που πάλευα με τον “στρατιώτη” μου.. θυμάσαι; Το γραπτό αυτό με άγγιξε, το είχα νιώσει στο πετσί μου, και σε έπεισα να το δημοσιεύσεις έστω ετεροχρονισμένα – όλο και κάποιοι άλλοι απόκρυφοι στρατιώτες που δεν κάνουν πολλή φασαρία θα έβρισκαν παρηγοριά στο μοίρασμα της εσωτερική πάλης που τόσο όμορφα εξέφρασες με λέξεις…

Δεν πρόλαβες όμως.. Ωστόσο ξέρω πως δε θα σε πειράξει να το δείξω – εξ’ άλλου, το είχαμε πει και το είχαμε συμφωνήσει..

Αθήνα, 13.11.2016 (ημέρα Κλασικής διαδρομής Μαραθωνίου)

«Ο  αγώνας.. Η μάχη. Ποτέ να μην την υποτιμάς.. Και όταν πας εκεί να είσαι πραγματικά εκεί. Πώς να αγωνιστείς στρατιώτη μου χωρίς ψυχολογία; Πώς να πολεμήσεις χωρίς τους ανθρώπους σου δίπλα σου; Τί μάχη θα’ ναι αυτή; Χωρίς όπλα. Χωρίς ψυχή. Δεν πας στην μάχη έτσι στρατιώτη. Χωρίς ασπίδα στην ψυχή. Θα σε λαβώσουν. Θα σε τρυπήσουν τα βέλη και τα κοντάρια. Όχι στρατιώτη μου.

Ο κόσμος πολύς πια. Μια μάζα ανθρώπων που τρέχουν τόσο πολύ πλέον…Τί έχει γίνει; Πού είναι το άθλημα σου;  Είσαι χαμένος. Μέσα στο πλήθος. Μόνος. Χωρίς μια εικόνα. Ένα βλέμμα. Μια αγκαλιά… Τι κάνεις εκεί στρατιώτη; Μόνος στη μάχη; Κάθεσαι και περιμένεις. Να ξεκινήσεις. Για ποιό πράγμα όμως; Και για τί να αγωνιστείς; Για το παρελθόν σου; Για αυτό που ήσουν; Για τους ανθρώπους; Για την τιμή; Για την προσπάθεια; Νιώθεις ξένος, στρατιώτη, και περιμένεις απλά. Σήκω ανδρειώσου και πάνε. Αλλά να ξέρεις έτσι δεν πάνε πουθενά.

Κουράστηκα από τον κόσμο. Πέφταν πάνω μου μέχρι να φτάσω στην εκκίνηση. Η Αθήνα. Α ναι είμαι στην Αθήνα. Αριστερά και δεξιά τα φαντάσματα. Αυτά που άλλοτε μου μιλούσαν και μου τραγουδούσαν. Τώρα με τρομάζουν. Δεν τα παρατηρώ καν. Δεν θυμάμαι. Βουβή φιγούρα.

Το πλήθος. Με τρομάζει. Αριστερά και δεξιά κάποιοι χλευάζουν, κάποιοι έχουν κάτι μόνο να δείξουν. Το Εγώ. Φύγε από εκεί στρατιώτη. Δεν έχεις θέση στο Εγώ τώρα. Δες κάτι όμορφο. Δυο δίδυμες που τις είδες στο Ρίο να τρέχουν. Αναμνήσεις από το εξωτερικό. Η τιμή. Congratulations for your race in Rio. Και δυο  δίδυμα όμορφα χαμόγελα. Αρκεί για να χαμογελάσεις λίγο.

Όλα σου φαίνονται περίεργα πλέον. Φοβάσαι στρατιώτη. Φοβάσαι τη μάχη. Όπως και να’ χει ήρθε  η ώρα της. Μπαμ. Ίσως στην καρδιά. Σκοτώθηκες πριν καν ξεκινήσεις.

 Το πλήθος φεύγει. Πού πάμε; Κάτι μου θυμίζει η διαδρομή. Αναμνήσεις από παλιότερο αγώνα με πληγές. Ένα σφίξιμο. Μαζί με το ποτάμι που τρέχει πρέπει να τρέξεις. Έχεις  μάθει στα πρέπει σου… Κατηφόρα γρήγορα. Στροφή δεξιά επάνω ανηφόρα. Ζορίζεσαι λίγο αλλά πάς. Βλέπεις μπροστά. Αποθαρρύνεσαι λίγο. Ξαναπιάνεις το ρυθμό. Στρατιώτη τι συμβαίνει; Γιατί δεν θες να συνεχίσεις; Τι έχεις;

Στάθηκε δίπλα μου ένας οπλίτης. Για να πάρει δύναμη από μένα. Οπλίτη δεν έχω δυνάμεις. Δεν μπορώ να πάω μαζί σου. Κάνε τον αγώνα σου. Οπλίτη άφησέ με μόνη. Έχω συνηθίσει πια. Δεν θέλω δίπλα μου οπλίτες. Φύγε. Φύγε σου λέω θα φύγω εγώ. Οπλίτη την μάχη να συνεχίσεις μόνος. Εγώ σταματώ. Σταμάτησα αριστερά. Τι έκανες;; Δεν ήθελα ένα τέτοιο αγώνα. Το μυαλό και η ψυχή είναι τόσο πιεσμένη για να αντέξει οπλίτες και σκέψεις. Είσαι μόνη τουλάχιστον τώρα. Δάκρυα και κρυμμένη πίσω από κάτι θάμνους. Ένας λόφος μπροστά. Να τον ανέβω να φύγω να εξαφανιστώ; Και πού να πάω. Αφού και να πάω πάλι μόνη θα’ μαι και κεί. Για την ανδρεία. Σήκω. Το Καλλιμάρμαρο; Τώρα ένα στάδιο μόνο. Τι να κάνω; Και πώς γυρνάς πίσω;

Βλέπω το ποτάμι. Άτομα, άτομα, άτομα… Μπες και άσε το ποτάμι να σε παρασύρει. Εσύ πλέον. Άσε τα πόδια να φύγουν. Τώρα είσαι λίγο εσύ. Εσύ για σένα. Πήρε μπροστά το κορμί. Χωρίς σκέψεις. Περνάς κόσμο, χτυπάν γερά τα πόδια. Βήματα γιγάντια. Κάνουν σχεδόν θόρυβο. Δυο τρεις ανθρώπους στο διάβα σου τους ενθαρρύνεις με ένα χτύπημα στην πλάτη. Στον τερματισμό σε ευχαρίστησαν που τους έδωσες ώθηση. Κυλάς όπως το νερό τώρα που κατεβαίνει από το βουνό και συμπαρασύρεις ό,τι βρεις μπροστά σου. Δεν σε νοιάζει.

Στρατιώτη είσαι μόνος πάλι στη μάχη. Πώς τα κατάφερες να μείνεις μόνος; Κάποτε σ’ αυτό το πεδίο χόρευες. Η ψυχή σου ήταν ψηλά. Πάνω από το σώμα. Οχυρωμένη. Στρατιώτη μου μείναμε μόνοι. Τί σημασία έχει τώρα… Απλά να τερματίσουμε. Ηρώδου Αττικού… Αυτή η τιμημένη στροφή. Εκεί είναι το Καλλιμάρμαρο, μην ανησυχείς. Μα κάποτε έκλαιγες. Τώρα δεν έχει τίποτα και εκεί. Ίσως γιατί το εκεί σου είναι αλλού. Στρατιώτη μου λαβώθηκες. Έχεις αίματα επάνω σου δεν το βλέπεις? Κοίτα τα πόδια γεμάτα δάκρυα είναι. Αιμορραγείς.

Άκουσα ένα μπράβο Δήμητρα. Ένα μπράβο σαν καρφίτσα μέσα σε άχυρα. Όμως το άκουσα. Ντρέπομαι. Δεν κοιτάω καν πίσω. Τι να δω; Αφού δεν βλέπω πια. Τυφλώθηκα. Υγρά μάτια. Στρατιώτη μου μάζεψε το λαβωμένο κορμί σου, γιατί μόνο αυτό σου έχει μείνει και φύγε. Φύγε όσο πιο μακριά. Κάπου στον κήπο του Ζαππείου κρυμμένη και λαβωμένη. Έχεις χάσει τα χρώματα της ψυχής σου Δημητρούλα. Έχεις χάσει τα μάτια σου.

Κάθεσαι ψηλά και κοιτάς τώρα. Παρατηρείς. Σα να περιμένεις κάτι. Ευτυχώς όταν κοιτάς τα πράγματα από ψηλά πάντα μπορείς να ξαναδείς. Ο πρώτος δρομέας μπαίνει στο Καλλιμάρμαρο. Θυμάσαι.. Από πού έρχεται.. Τί κουβαλάει… Τϊ έχεις κουβαλήσει.. Συγκίνηση. Θαυμασμός.. Δάκρυα.. Και πάλι δάκρυα.. Συγκίνησης και θάρρους όμως. Κάτι από εσένα. Μη στεναχωριέσαι στρατιώτη. Μπορεί και να μην είσαι μόνος τελικά. Αφού μπορείς και χαμογελάς ακόμη. Το είδα καθώς έμπαινε ο δρομέας στην ψυχή σου. Όμως φύγε τώρα. Άστα πίσω όλα τώρα και προχώρα. Μακρυά για να μπορέσεις να ξαναέρθεις κοντά αν θέλεις.

Η Αθήνα τώρα με ζεσταίνει με τις ζεστές ακτίνες της. Ο αττικός ουρανός. Λίγη ζεστασιά μέσα. Λίγο φώς. Κλείσε το βιβλίο και προχώρα. Τις πιο όμορφες σελίδες του τις γράφεις με έναν φίλο κάτω από την Ακρόπολη συζητώντας και περπατώντας στα στενά κάτω από τον γαλάζιο ουρανό. Προχώρα. Τον πόλεμο έχεις να κερδίσεις τώρα..»

~ Δήμητρα Ιορδανίδου (26/07/1979 – 02/11/2021) <3

Θα μου λείψεις, Δήμητρα… Περιμένω να έρχεσαι στα όνειρά μου να μου λες πού και πού δυο λόγια για τον Παράδεισο…

Ευχαριστώ που με επισκέφθηκες λίγο πριν φύγεις, και κάναμε αγκαλιά… Σαν παραμύθι έγινε, Νεράιδα εσύ… η Αθήνα τότε που σε ζέστανε με τις ακτίνες της… (θυμάσαι που λέγαμε πως τότε ‘συναντηθήκαμε’, στον ίδιο μαραθώνιο, δίχως ν’ ανταλλάξουμε μια λέξη; Εσύ λαβωμένος στρατιώτης, εγώ στην 3η θέση που εσύ άλλωτε διεκδικούσες.. το βιβλίο που έκλεισες τότε… Η Αθήνα που ξαναεπισκέφθηκες τις προάλλες και που σε ζέστανε πάλι.. τα περίεργά σου συναισθήματα όταν επέστρεψες επάνω, που δε θα ξαναέτρεχες στο Ζάππειο…

Σ’ αγαπώ.

υ.γ. ο Στεφανάκος είδε μια φωτογραφία σου σήμερα, ενώ διάβαζε ο μπαμπάς του τη θλιβερή σου είδηση… «αυτή είναι η Δήμητρα.. εσύ δε την ξές… εγώ την αγαπώ». Ξέρω πως θα σε κάνει να χαμογελάσεις.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply